Η A24 και οι μοντέρνες ταινίες τρόμου

Οι ταινίες τρόμου την τελευταία δεκαετία κάνουν ένα συγκεκριμένο παιχνιδάκι, από τη μια φλερτάρουν με το είδος προσφέροντας στο θεατή ακατάστατα jumpscares χωρίς όμως να μπαίνουν βαθιά στις πραγματικές υπαρξιακές ανησυχίες των ανθρώπων που αγαπάνε το είδος και την κινούμενη εικόνα, από την άλλη όλο και περισσότεροι δημιουργοί τα τελευταία χρόνια έχουν την ανάγκη να ακουστεί η φωνή τους, να μιλήσουν σε πιο μαζικά κοινά, να ξαφνιάσουν και να πυροδοτήσουν συζητήσεις για τις αληθινές φοβίες της ανθρώπινης ψυχής.

Καλλιτέχνες όπως ο Jordan Peele, ο Ari Aster και ο αγαπημένος μου Robert Eggers βγήκαν στο προσκήνιο και μέσα από αρχικά πειραματικές δουλειές εξελίσσονται στο μέλλον του είδους και πλέον λατρεύονται από θεατές και κριτικούς. Έχουν καταφέρει να καλλιεργήσουν ένα συγκεκριμένο κοινό και μαζί με την A24, την εταιρία που είναι από πίσω και λειτουργεί με όρους… 70s, δίνει πάτημα και ευκαιρίες συνέχεια σε νέους δημιουργούς χωρίς να δαπανώνται υπέρογκα ποσά, ενώ είναι ακόμα στην αρχή ενός μεγάλου κύματος πειραματικών φιλμ τρόμου που στηρίζονται πάνω σε θρύλους (Polanski, Hitchcock) για να αναδείξουν και να κριτικάρουν πολλές φορές επίκαιρα και διαχρονικά κοινωνικοπολιτικά θέματα.

“Ο τρόμος μέσω της απώλειας.”

Ο πόνος είτε εξωτερικός, είτε εσωτερικός αποτελεί ένα απ’ τα πρωταρχικά συναισθήματα του ανθρώπου καθώς ο ίδιος ο πόνος περιλαμβάνει μέσα του τον τρόμο μιας κατάστασης που είσαι ανήμπορος να εξαλείψεις και να ξεπεράσεις. Μια τέτοια κατάσταση ξεκινά με μια απώλεια κάποιου αγαπημένου προσώπου και ο Ari Aster, Αμερικανός 35χρονος δημιουργός των Hereditary και Midsommar, το γνωρίζει πολύ καλά αυτό, πηγαίνοντας κόντρα στις σύγχρονες νόρμες τοποθετώντας τους πρωταγωνιστές του σε μια ανάλογη συνθήκη. Φανερώνει έτσι τους πραγματικούς  φόβους μας μπροστά σε μια σύγχρονη κοινωνία βυθισμένη στο σκότος και την υπαρξιακή απόγνωση (όπως στην αρχή του Midsommar η Ντάνι χάνει την οικογένεια της), φαίνεται ότι ο Aster έχει βιώσει την απώλεια την οποία την αποτύπωσε στο χαρτί και στην συνέχεια στο φακό. Παράλληλα ασχολείται και με κάποιες άλλες θεματικές με περίεργα σατυρικό τρόπο, όπως η αποδόμηση του αμερικανικού μοντέλου οικογένειας, ο σατανισμός και ο παγανισμός (παγανιστική κοινότητα, σατανιστική αίρεση) με αυτό τον τρόπο συνδυάζει το ρεαλιστικό με το αλλοπρόσαλλο κάτι που έχει διχάσει το κοινό όσον αφορά τον τρόπο που τελειώνεi τις ταινίες του.

 

“Η λαογραφία στον τρόμο.”

Το να παρουσιάσεις με αληθοφανή τρόπο προηγούμενες εποχές δεν σου κάνει πολλές χάρες, φαντάζει ακατανόητο για τους θεατές και αδύνατο για τους κινηματογραφιστές. Χρειάζεται δεξιοτεχνία στην αφήγηση, και μαεστρική πένα. Υπάρχει κίνδυνος να μην ικανοποιήσεις κανέναν, κάποιοι θα σου πουν ότι κάνεις exploitation και εκμεταλλεύεσαι την εποχή και άλλοι θα σε αποκαλέσουν ρετρολάγνο και συντηρητικό. Ο Robert Eggers, 38 ετών σκηνοθέτης και σεναριογράφος των Τhe Witch, Lighthouse και The Northman φαίνεται εν γένει να τον απασχολούν οι κλασικές εποχές(το αγαπημένο του folk horror), απ’ τους πουριτανούς μεταμεσαιωνικούς ανθρώπους μέχρι τους βαριά άρρωστους εργάτες δέσμιους των κακουχιών με περιορισμένες επιλογές στον τρόπο ζωής τους, εντάσσει τα δύο φιλμ τρόμου του στη Νέα Αγγλία του 1700 και αρχές του 1900 αντίστοιχα επηρεασμένος προφανώς απ’ τον σημαντικότερο συγγραφέα τρόμου, H.P. Lovecraft και τις θεματικές του πάνω στην ανθρώπινη φύση και την απούσα άμυνα απέναντι στα ανίκητα στοιχεία του ευρύτερου σύμπαντος. Βεβαίως ουσία για τον Eggers δεν έχει η μάγισσα η μια τερατώδης γοργόνα, πάντοτε στο επίκεντρο βρίσκεται ο άνθρωπος, αυτό το εσωτερικά πολύπλοκο ον με ποικίλες διακυμάνσεις στη συμπεριφορά του μπροστά σε μία κατάσταση που τον ξεπερνάει. Εμβαθύνει στον ετερόκλητο ανθρώπινο νου ξεγελώντας το κοινό για το τι είναι φανταστικό και τι αληθινό ( David Lynch), φέρνοντας στην επιφάνεια την απόγνωση, την ματαιότητα και τελικά τη λύτρωση μέσω του θανάτου, καθώς το φως που προσδοκούσαμε δεν το αγγίξαμε ποτέ (όπως στο μύθο του Προμηθέα). Ταυτόχρονα σε αντίθεση με τον Ari Aster επιχειρεί να βασανίσει το θεατή με βαρύγδουπους μονόλογους που κρύβουν από πίσω μυθολογικές φιγούρες ή βαριά θρησκόληπτες επικλήσεις, οι χαρακτήρες του ξεκινάνε με ελπίδα και όχημα την επιβίωση, πολλά κριμένα μυστικά που προέρχονται απ’ τη διαρκή καταπίεση, ζητάνε τη βοήθεια  τρίτων, παθαίνουν πράγματα, τρίβονται με το μεταφυσικό στοιχείο και καταλήγουν στην παράνοια που προέρχεται απ’ τη φύση που είναι ένας γίγαντας μπροστά στον “ανθρωπάκο”. Και όχι οι αλληγορίες του είναι απλά μια πρόφαση για να οδηγηθεί στον πυρήνα του θέματος που θίγει κάθε φορά.

Δεν είναι τυχαίο που αυτοί οι δύο σκηνοθέτες εξελίχθηκαν σε μεγάλους auter. Από μόνα τους τα καλοδεμένα μηνύματα και η αποδόμηση στερεοτυπικών συμβάσεων δεν δικαιολογούν την επιτυχία τους. Η ιδιότυπη αισθητική τους πλάθει από μόνη της τον κόσμο τους ( ο Aster με την υποβλητική και πλαγίως δύστροπη αύρα του και ο Eggers με την κλειστοφοβική και μυθολογική του υπόσταση). Η μοναδική ισορροπία μεταξύ βαριάς ατμόσφαιρας, χωρίς να χρησιμοποιούν ακατάσχετα σκοτάδια και φθηνά τεχνάσματα, arthouse αισθητικής και κοινωνικοπολιτικού σχολιασμού τους έχουν κατατάξει δίπλα σε παλαιότερα  μεγάλα ονόματα του αμερικάνικου “avant-garde” τρόμου.

“Η αρχή.”

Το 2005 ο άσημος στο ευρύ κοινό Neil Marshall έθεσε κάποια στάνταρ που το 2022 τα θεωρούμε σχεδόν δεδομένα, δηλαδή όπως ανέφερα και πιο πάνω, σκεπτόμενες ταινίες τρόμου που σε ιντριγκάρουν με την θεματολογία τους. Ποιος θα το περίμενε ότι ένας σκηνοθέτης σαν τον Neil Marshall, ο οποίος ποτέ δεν έγινε σταρ, θα παρέδιδε μια ταινία βουτηγμένη στην αγωνία και την καθηλωτική ατμόσφαιρα, την δαιμονική εικονογραφία και το splatter είδος. Προφανώς μιλάμε για το “The Descent” το οποίο, 11 χρόνια πριν το “Don’t Breathe” του Fede Alvarez, καταφέρνει να παντρέψει τέλεια το βρετανικό  discover horrοr της δεκαετίας του 70 με τη μάχη για την επιβίωση και την γυναικεία ενδυνάμωση.

Η πρωταγωνίστρια  χάνει το σύζυγο και το παιδί της σε τροχαίο με αποτέλεσμα για πολύ καιρό να βλέπει οράματα. Μετά από ένα χρόνο με  την γυναικοπαρέα της αποφασίζουν να εξερευνήσουν μια  σπηλιά άγνωστη στην ανθρώπινη δραστηριότητα μέχρι στιγμής και δύσκολα προσεγγίσιμη. Η ομάδα θα έρθει αντιμέτωπη με τα ανίκητα φυσικά χαρακτηριστικά του σπηλαίου καθώς συνειδητοποιούν ότι δεν είναι μόνες. Ένα ασυνήθιστο ανθρωποειδές σαρκοφάγο τέρας ζει σ’ αυτό το χώρο και η ταινία ρισκάρει να αντιστρέψει την τροφική αλυσίδα, αυτή την φορά ο άνθρωπος αποτελεί το θήραμα για το πλάσμα. Για ακόμα μια φορά όμως το “point” δεν είναι ένα τέρας, όσο κατεβαίνουμε πιο κάτω τα πράγματα δεν εκτυλίσσονται όπως θα περίμενε η παρέα, η καχυποψία έρχεται  σε πρώτο αφηγηματικό επίπεδο και η εμπιστοσύνη διαστρεβλώνεται. Η απελπισία και η ματαιότητα ανεβαίνουν  στην επιφάνεια και ο Neil Marshall δεν διστάζει να μελετήσει την ανθρώπινη φύση και να σε ρωτήσει μπροστά στη  μούρη σου “εσύ τι θα έκανες στη θέση τους”; Κάποιες τις τρώνε οι τύψεις και άλλες δεν αντέχουν και θέλουν να παρατήσουν συντρόφους κοιτώντας πρώτα την προσωπική τους επιβίωση, άλλες περιμένουν εξιλέωση και άλλες την λύτρωση που θα τις βγάλει απ’ τον ψυχικό λαβύρινθο. Η κάθοδος σ’ αυτή την κόλαση (το τελευταίο σκέλος της ταινίας έχει κατακόκκινο φωτισμό) θα τις φέρει απέναντι στα όρια τους και τους εαυτούς τους τα οποία θα πρέπει να ξεπεράσουν.