Η ταινία του Μπόιλ δεν απεικόνισε μόνο συνταρακτικά την εξάρτηση από τα ναρκωτικά, αλλά στοχάστηκε πάνω στον κοινωνικό εγκλωβισμό, την υλιστική φρενίτιδα και την ανάγκη για αποδέσμευση από ό,τι συνεπάγεται στασιμότητα.

Είναι εύκολο να συναχθεί το συμπέρασμα πως το «Trainspotting» αποτύπωσε τη λήψη ναρκωτικών ουσιών με έναν απρόβλεπτο τρόπο, που απέκδυσε τους χρήστες από τη διαδεδομένη άποψη των περιθωριακών ρακένδυτων, αργόσχολων και πνευματικά υπανάπτυκτων, διατρανώντας τη δυσκολία προσέγγισης ενός ζητήματος που οι έννοιες του κοινωνικού αποκλεισμού και στιγματισμού δεν επέτρεψαν ποτέ στους ίδιους τους εξαρτημένους να παραθέσουν την οπτική τους.

Ποτέ, τουλάχιστον ως το 1996, αφού η ριζοσπαστική βρετανική ταινία βάλθηκε να ανατρέψει τις παγιωμένες αντιλήψεις και να θέσει νέους όρους στον τρόπο που η κοινωνία αντιμετωπίζει το κομμάτι της που ρίχνεται σε αυτήν την ψευδαίσθηση της ελευθερίας, αποστρεφόμενο την πιθανότητα πρόκλησης κάποιας ανίατης ασθένειας. Σύνδεσε την επιθυμία και την ανάγκη αυτής της κοινότητας με έναν ευρύτερο μαρασμό, ως αποτέλεσμα των θεμελιωδών στερεοτυπικών πεποιθήσεων που εδραιώθηκαν κάποια στιγμή στο παρελθόν και παραμένουν αμετάβλητες ως τις μέρες μας.

Οι κανονικότητες που απέρρεαν από την κοινωνική «ζύμωση» δεκαετιών είχαν φτάσει στο ζενίθ τους τη δεκαετία του ‘90. Βομβαρδισμός από διαφημίσεις που καλούσαν σε αχρείαστες αγορές, ταύτιση της ευτυχίας με την κατοχή αγαθών, συνεχής προβολή αποχαυνωτικών τηλεοπτικών προγραμμάτων και αποθέωση της εικόνας είχαν συντελέσει στη διαμόρφωση μιας συμβατικότητας που απλωνόταν και κατακτούσε το μεγαλύτερο κομμάτι της κοινωνίας.

Ο άνθρωπος ευθυγραμμίζεται με όσα τον ωθούν στην τυποποίηση της ζωής του. Δεν παρεκκλίνει από όσα του προτείνονται, δεν αποφεύγει την αντιγραφή, δειλιάζει μπροστά στην ενδεχόμενη περιθωριοποίηση. Συντάσσεται με όσα του επιβάλλονται, αφαιρεί ο ίδιος το δικαίωμα της επιλογής του, «λυτρώνεται» μέσω της συνεχούς, καταπιεστικής ανταπόκρισης σε όσα οπωσδήποτε οφείλει να διαθέτει, τα οποία όχι απλώς επιδεικνύει, αλλά τον καθορίζουν. Ο τρόπος ζωής που προβάλλεται θρέφει την εγωπάθεια, απωθεί τον πειραματισμό, διαφωνεί με την ώριμη επεξεργασία.

Πως κάποιος που αντιλαμβάνεται αυτόν τον νοσηρό παραλογισμό γλιτώνει από τις συνέπειες της θορυβώδους προέλασής του; Εδώ μας συστήνεται η παρέα του Εδιμβούργου, διατυμπανίζοντας πως τα ναρκωτικά αποτελούν τη διέξοδο, την αντίσταση, την επανάσταση. Η βούληση που υπονομεύεται αδιαλείπτως στην κοινωνία, εδώ εξυμνείται, αποθεώνεται και επιπλέον χαρίζει αποσυμφόρηση, γαλήνη, ηρεμία.

Μακριά από παρενοχλήσεις που σχετίζονται με την ανάληψη ευθυνών, η χρήση προσβλέπει σε μια επιβράδυνση, σε καταστολή των προσωπικών διεργασιών και σε μια βραχύχρονη- αλλά καταιγιστική, ασυναγώνιστη- απόλαυση. Τουλάχιστον έτσι λειτουργεί αυτή η ομάδα, απενοχοποιημένη, που βρίσκει το νόημα σε όσα καταπραΰνουν τα άγχη και αποσοβούν τους φόβους της, οι οποίοι επανέρχονται με τη λήξη της επίδρασης των ουσιών.

Το άτομο που μας ξεναγεί στον κόσμο τους, ο αφηγητής μας, ξεκινά με έναν κατακλυσμιαίο, εξοργισμένο μονόλογο την εισαγωγή μας στο περιβάλλον τους. Αναφέρει κοφτά και συμπληρωματικά τα αρνητικά που σπεύδουν να μας αποστραγγίσουν συναισθηματικά και οικονομικά, προτού δηλώσει εμφατικά την πρόθεσή του να μην ενταχθεί στον κόσμο της κηδεμονευμένης επιλογής και της φαινομενικής αταραξίας που έχει ενσωματώσει όλoυς τους υπόλοιπους.

Περιπλανιέται αδιάκοπα, συζητώντας για σπουδαίους ποδοσφαιριστές και θρυλικούς ηθοποιούς, μπλέκεται αθέλητα σε φασαρίες, υπερασπίζεται και καθησυχάζει, ορθώνεται προφυλακτικά όταν του ζητείται, απελπίζεται, υποτροπιάζει και ξανακυλά, ερωτεύεται και παλινδρομεί, όλα μέσα σε ένα πυκνό πέπλο ζόφου που βρίθει αναζητήσεων και πιστώνει την οξύνοια και την ενισχυμένη του αντίληψη, αλλά και την ανικανότητα διακοπής της χρήσης. Η ζωή του είναι φλεγώδης, ασυγκράτητη, ανεξέλεγκτη και άσημη, ποτισμένη και στολισμένη από την ουσία που εμπεριέχεται σε μια βραδυφλεγή βόμβα.
Και η χρήση είναι η μέθοδος που επιστρατεύει για την προσπέραση των προβλημάτων, την καταδίκη της νηφαλιότητας και την αποζήτηση του ονειρώδους, αφού διαγράφει την πραγματικότητα και επιτυγχάνει εξασθένηση των στρεσογόνων σκέψεων, έναν στιγμιαίο ελιγμό από την ανάληψη ευθυνών και την επακόλουθη δραστηριοποίηση που αυτός απαιτεί.

Οι φίλοι του δε διακατέχονται από τις ίδιες ανησυχίες. Ο Σάιμον θαυμάζει αμέριστα τον Σον Κόνερι, είναι τραχύς, αβυσσαλέος και αδίστακτος, ο Σπάντ απροσάρμοστος, υποτονικός και μικρονοϊκός, ο Τόμμυ εγκρατής, νωχελικός και αποστειρωμένα απαθής, ο Φράνκο απλώς αδικαιολόγητα βάρβαρος και αιμοβόρος. Η κάθε φιγούρα κρύβει μια τραγικότητα. Απλώς η έκφραση των ξεχαρβαλιασμένων ελπίδων μετουσιώνει την απόγνωση διαφορετικά. Άλλοτε τη μετατρέπει σε ανάγκη απόσυρσης από τα τεκταινόμενα μέσω της σύριγγας και άλλοτε λαμβάνει τη σφοδρή μορφή της εξιλέωσης μέσω του καυγά, της αδικαιολόγητα βίαιης σύγκρουσης.

Οι φιγούρες του «Trainspotting» προσπερνούν τη θλίψη με το λήθαργο, είτε αυτός εκφράζεται ως μια γενναία δόση ηρωίνης είτε ως παράφορη επιθυμία για διαπληκτισμό, είτε ως μοιρολατρικός μονόλογος για την επίτευξη της προσωπικής ανακούφισης. Διαρρηγνύουν τη σχέση με το τώρα, τη δογματικά ακατάληπτη αναγκαιότητα της προσαρμογής, του αναίτιου εκμαυλισμού του ορθολογικού προοδευτισμού. Μα, το περίεργο είναι πως δεν κατανοούν την περιπλοκότητα της βύθισης σε μια ζωή εξάρτησης.

Μόνο ο Ρέντον βρίσκεται παγιδευμένος σε μια κατάσταση που επιθυμεί να αντιστρέψει, όμως οι καταχρήσεις του τον έχουν καταδικάσει στην εμμονική αναζήτηση των ναρκωτικών. Τελικά, όσα διαδραματίζονται γύρω του τον αφυπνίζουν. Γιατί το «Trainspotting», πάνω από όλα, είναι μια ιστορία πικρής συνειδητοποίησης, μια αφήγηση για την αποκαμωμένη ωριμότητα που, εν τέλει, διαφεύγει από την καταστολή και παρουσιάζεται αιφνιδιαστικά στο μυαλό του πρωταγωνιστή.

Όταν οι γονείς του τον περιεργάζονται συνοφρυωμένοι, όταν οι διάρροιες τον διαλύουν, όταν μια κοπέλα τον εκβιάζει απαθώς, όταν το μωρό του φίλου του ξεψυχά απρόσμενα, όταν μια καταδίκη για μικροκλοπή τον τοποθετεί σε αυστηρό πρόγραμμα αποκατάστασης (του οποίου η μη τήρηση συνεπάγεται φυλάκιση), όταν όλοι του συμπεριφέρονται σαν να είναι ένα ατελές, αποτρόπαιο γρανάζι της κοινωνίας που αξίζει μόνο τη λοιδορία, ανασυντάσσεται και αποπειράται να εγκλιματιστεί σε όσα εκείνος, αυτοβούλως και επιτακτικά, περιγελούσε με οικτρή αλαζονεία. Τώρα, μια τάση σεβασμού της προσωπικότητάς του αναδύεται, η οποία ορίζει την πραγμάτωση της αποκατάστασης του αξιοπρέπειάς του ως προσπάθεια επανένταξης στην κοινωνία της υπηρεσίας του φρενοβλαβούς υλιστικού απολυταρχισμού.

Όμως, δεν θα ήταν ποτέ δυνατό να διακοπούν τόσο απότομα και οριστικά οι σχέσεις με τη γενέτειρά του. Η μετακόμισή του στο Λονδίνο δεν ευοδώνεται, αφού σύντομα το παρελθόν του παρεμβαίνει και τον τραβολογά επίμονα, σαν η ιδέα της μόνιμης διαφυγής να υπήρξε απατηλή, ανεκπλήρωτη. Και, προκειμένου να κλείσει όλες του τις εκκρεμότητες, συμμετέχει σε μια τελευταία παρανομία, η οποία αποφέρει σημαντικό κέρδος σε όλους τους συνεργάτες. Ή μήπως όχι; Ο Ρέντον ξαφνικά προετοιμάζεται για την πιο κατάπτυστη ηθική αποστασία, την προδοσία. Πως, όμως, ένας άνθρωπος που η εντιμότητα καθήλωνε τις πράξεις του όλη του τη ζωή και επέτασσε την υπεράσπιση των φίλων του, οδηγείται σε ένα είδος παράβασης που απορρέει από την φαυλότητα και χαρακτηρίζει τους ανερμάτιστους, όσους αδυνατούν να υπηρετήσουν οποιαδήποτε θεμελιώδη αξία;

Και εδώ προτάσσεται η θέρμη για λύτρωση και η αγανακτισμένη διαμαρτυρία- που στέριωνε ως μορφή αντίδρασης στο σύστημα- απόλλυται και μετουσιώνεται σε συμμόρφωση με την ενδότερη, πηγαία, σπαρακτική επιθυμία για κανονικοποίηση της ζωής, για ελευθερία αλλιώτικη, άτρωτη, η οποία θα ανθίσταται στα ναρκωτικά και στην παραπλανητική τους μέθεξη και θα καρποφορεί δημιουργία και παραγωγικότητα, παρέχοντας τη δυνατότητα για εκπλήρωση των στόχων και εύρεση της ευδαιμονίας.

Και για αυτό, επιλέγει να αρπάξει την τσάντα με τα μετρητά υπό το τρομοκρατημένο βλέμμα του συνεσταλμένου Σπάντ στο κλειστοφοβικό δωμάτιο ξενοδοχείου που διανυκτερεύουν, ο οποίος δεν τον καταδίδει, αφήνοντάς τον να δραπετεύσει, υποθηκεύοντας το μέλλον τους. Επιβραβεύεται για αυτό, αφού είναι ο μόνος που λαμβάνει το μερίδιο που του αναλογούσε, αφού, όπως μας εξηγεί και ο πρωταγωνιστής, «δεν έβλαψε ποτέ κανέναν».

Κατά πόσο, λοιπόν, είναι δικαιολογημένη η απόφαση του Ρέντον; Από τη μια πλευρά, διχάζει με τον τρόπο που αναίμακτα παραδίδεται στην παρόρμηση του οπορτουνισμού, όμως από την άλλη δικαιολογείται, καθώς η εξαπάτηση δεν κρύβει δολιότητα, μα μια αθώα ανάγκη διάσωσης του εαυτού του από τον μαρτυρικό αγώνα της οραματικής αποσύνθεσης των ναρκωτικών, των ασταμάτητων φιλονικιών, των ανεκπλήρωτων ονείρων και της καλπάζουσας πιθανότητας όλα αυτά να εδραιωθούν και, μέσω της αβασάνιστης αναβολής, να επέλθει η ματαίωση των αποπειρών για ανασχηματισμό της ζωής του και η αποβολή των αρνητικών συνεπειών της έκρυθμης και περιπλεγμένης καθημερινότητας ενός εξουσιασμένου από τη σύριγγα να μην υλοποιηθεί ποτέ.

Ο Ρέντον μας εκφράζει τις προθέσεις του, ανασκευάζοντας τον εναρκτήριο χειμαρρώδη του μονόλογο, ώστε να επικυρώσει τα όσα υποψιαζόμασταν. Όντως, προτίθεται να ευθυγραμμιστεί με την ασωτία της ύλης, όχι, όμως, επειδή αποκήρυξε την ιδεολογία του, αλλά γιατί αυτή η ζωή μπορεί να του εξασφαλίσει απόσταση από τον καταστρεπτικά βασανιστικό κόσμο της χρήσης. Θέλει να γλιτώσει, να προστρέξει σε όσα απεχθάνεται, προκειμένου να διαγράψει τα όσα τον χαντάκωσαν. Προσπαθεί να εκπνεύσει την δυσοίωνη μολυμορφία της σύγχυσης και να οχυρώσει τη ζωή της ευειδούς μεταστροφής. Αυτή η απόληξη του μόχθου του θα σημάνει τον τερματισμό της διασκόρπισης των ελπίδων του για ένα καλύτερο αύριο.

To «Trainspotting» πραγματεύεται την ιστορία ενός ανθρώπου που αντιμάχεται την κενότητα και την αναίτια προσκόλληση σε όσα υποβιβάζουν την προσωπικότητα. Η τυφλή υποταγή σε όσα πιστώνουν το αδιέξοδό του διαβάλλεται στα μάτια του, όταν η υπόνοια ενός αναπόφευκτου ολέθρου σχηματίζεται με σαφήνεια μπροστά του. Ο Ρέντον, τελικά, δεν είναι πάρα ένας αφανής ήρωας, αφού, δεν ενδίδει στη ματαιότητα της μονιμότητας της δυσχερούς του θέσης, παίρνοντας μια άχαρη απόφαση για την εξυπηρέτηση των σκοπών του.

Η ταινία μετατράπηκε, με την πάροδο των χρόνων, σε φαινόμενο κοινωνικής κριτικής, νεανικών αναζητήσεων και ρεαλιστικής καταγραφής του μεγέθους της πλήξης από τη δαιμόνια προσάρτηση στο όχημα της εξάρτησης. Οι πρωταγωνιστές μας βιώνουν μια σειρά γεγονότων που καταρρακώνουν το ηθικό τους και επισημαίνουν την αδυναμία τους για διαφυγή από τον κίνδυνο μιας ανεπανόρθωτης επιζήμιας εξέλιξης. Πειθαρχούν μόνο μπροστά στην παρόρμηση και αυτή τους η ιδιότητα τους καθιστά αυτοκαταστροφικούς.

Μόνο ένας διαχωρίζει τη θέση του και συγκεντρώνεται ώστε να επιτύχει την ανασύνταξη και το θρυμματισμό του αμαρτωλού ιστορικού του. Οι μονόλογοί του στην αρχή και το τέλος της ταινίας επιδιώκουν να μας διαφωτίσουν σχετικά με τον τρόπο που εκλαμβάνουμε μια πραγματικότητα που μας ζητά να κομματιάσουμε την προσωπικότητά μας και να εξοστρακίσουμε τις ιδιαιτερότητές της. Στο τέλος, ο Ρέντον αναζητά τη θέση του ανάμεσά μας, λογίζοντας πως η τυποποίηση της ζωής του θα σκεβρώσει την «ακολασία» του, που εμφανίστηκε με την λιποψυχία του μπροστά στην ηρωϊνη, και θα αναγεννήσει τα απομεινάρια της αθωότητάς του, ωθώντας τον στον παραδείσιο τόπο του ψυχικού κατευνασμού του.

Ο ήχος του «Born Slippy» με τον ίδιο να διασχίζει μια γέφυρα-τι άλλο- μας μεταβιβάζει στη νέα του ζωή, όπου η κάθαρση επιτυγχάνεται μέσω της οριστικής καταπάτησης της ψευδεπίγραφης ευφορίας των ναρκωτικών και η ανέγερση του ηθικού του εξαρτάται από τη δική του πρόθεση αναστήλωσης όσων έχασε μεγαλώνοντας στον κόσμο της φλογερής εξαπάτησης για την ιδέα της πραγματικής ευτυχίας.

Εν τέλει, τι μας μένει από το «Trainspotting»; Μα, τίποτα άλλο πάρα ένα ταξίδι, όχι με τους συμβατικούς όρους της διάνυσης μιας απόστασης, μα με την αλληγορική ερμηνεία της κατάπνιξης των παραπλανητικών εικόνων που σχηματίζουμε για τη ζωή και της αεικίνητης πνευματικής μας ετοιμότητας να αποδεχθούμε την πρόκληση της ανατροπής του δυσβάσταχτου φορτίου της τρομερής αλλοίωσης του εαυτού μας. Σε αυτό το ταξίδι μας καθοδηγεί και μας συντροφεύει ο ατρόμητος Ρέντον, ο οποίος, μπροστά στην αναγνώριση της προβληματικής τροπής, ενεργεί με εκκωφαντική θρασύτητα, σπόντας τα δεσμά της αμετάβλητης δυστυχίας και εκκαθαρίζοντας οριστικά τη σύνδεση με την παράνοια του παρελθόντος του.