Ελληνικός Τίτλος: Ο Ιρλανδός

Ετος Πρώτης Προβολής: 2019

Είδος Ταινίας:

Ο βετεράνος στρατιώτης Φρανκ Σίραν προσλαμβάνεται από τη μαφία ως επαγγελματίας εκτελεστής, σε μια περίοδο ακμής ενός  εργατικού συνδικάτου που προεδρεύει ο αψύς Τζίμυ Χόφα.

TI EΧΟΥΜΕ ΕΔΩ

Το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου βρίσκει την Αμερική έρμαιο της μαφίας και των παράνομων δραστηριοτήτων της. Ο Ράσελ Μπουφαλίνο διευθύνει μια φαμίλια που επεμβαίνει και καθορίζει τις εξελίξεις παντού, θυσιάζοντας ανθρώπους όταν αντιστέκονται στο ανίερο έργο της. Ο Φρανκ Σίραν δε μένει αμέτοχος. Με ελάχιστες επαγγελματικές προοπτικές σε μια χώρα που προσπαθεί να ορθοποδήσει, γρήγορα ξεπερνά εσωτερικές αντιρρήσεις και αξιακούς νόμους, δεχόμενος αποστολές δολοφονιών, εκφοβισμού ανταγωνιστών και καταστροφών περιουσιών, ώστε να υποστηρίξει οικονομικά την οικογένειά του.

Δεν μπορεί, όμως, να αποσιωπήσει την εγκληματική του δράση από τους κοντινούς του, οι οποίοι τον καρφώνουν με βλέμματα αποδοκιμασίας και σιχασιάς. Γνωρίζοντας πως αρνείται κατηγορηματικά να λειτουργήσει με οίκτο, σταδιακά απομακρύνονται τρομοκρατημένοι από την ανελαστική φαυλότητά του. Ο ίδιος, αγνοεί στοιχεία που επικυρώνουν αυτή την αποστασιοποίηση. Τηρεί άτυπους κανόνες με θρησκευτική ευλάβεια, δίχως να προβληματίζεται για την απώλεια της ουσίας από τη ζωή του.

Ο Τζίμυ Χόφα, από την άλλη, αναγκάζεται να συνδιαλεχθεί με τους κατάπτυστα ωμούς, μα γιγάντια ισχυρούς αρχιμαφιόζους ώστε να υλοποιήσει το πλάνο του για την καλύτερη μεταχείριση των ανθρώπων του κλάδου του, το οποίο περιλαμβάνει βελτιωμένες συνθήκες εργασίας, αυξημένους  μισθούς και πληρέστερη νομική κάλυψη. Αντιμάχεται μια διεφθαρμένη εξουσία, ασπαζόμενος τις μεθόδους της, δίχως, όμως, να δέχεται να καταστεί υποχείριο συμφερόντων τρίτων. Θερμόαιμος, ειρωνικός και εμφανώς ξύπνιος, θέτει όρια που τιμά, με γνώμονα την προστασία της επιρροής του.

Και οι τρεις, πάντως, παρά την προφανή διαφοροποίησή τους, αρπάζονται από το διαβρωμένο υπόστρωμα της Πολιτείας για την προώθηση των συμφερόντων τους. Ο Ράσελ, ορθολογιστής, σιωπηλά δύστροπος και ανυπόφορα αδίστακτος, δεν κρύβεται πίσω από ταμπέλες, αλλά υποδεικνύει στόχους με ανεπίτρεπτο ωχαδερφισμό. Στον ανυπόληπτο Σίραν συμπυκνώνεται ο παραλογισμός, αφού η ευπροσήγορη προσωπικότητά του αποπέμπεται απότομα όταν του ζητείται η υπάκουη ανάληψη έργων εντελώς ανόσιων. Ο Χόφα, ετοιμόλογος, εριστικός και χαρισματικός ρήτορας, ξεφεύγει γρήγορα από τον στρωτό δρόμο των δίκαιων διεκδικήσεων, αφού ορθώνεται ελκυστικά μπροστά του ο γρήγορος πλουτισμός και μια διαφαινόμενη ηρωοποίησή του. Μεταβάλλεται σε σταρ και, ενώ δεν αποκηρύσσει την ιδεολογία του, ο ασταμάτητος συγχρωτισμός του με την παρασιτική πλέμπα του υποκόσμου, ξεφτίζει την αρχική του ανυστεροβουλία και οικοδομεί μια εξανθρωπισμένη αχρειότητα στη θέση της.

Αυτή η σκεβρωμένη παραδοπιστία ως φιλοσοφία ζωής εξετάζεται ενδελεχώς στον «Ιρλανδό». Η ματαιοδοξία συναλλάσσεται με τη βιαιότητα, η υπεροψία χαϊδεύει την ανάγκη της επίδειξης, ο κρυπτογραφημένος πόνος διαστέλλεται εξαιτίας του συνεχούς αγώνα επιβίωσης στο στίβο της τρομοκρατίας. Όλα όσα διέγειραν τη φαντασία μας απλουστευτικά στη φιλμογραφία της ακατάσχετης παραβατικότητας, τώρα καταγγέλονται με ένα γοερό αναστεναγμό. Η περιπαθής καταβύθιση στον κόσμο του εύκολου κέρδους, που φθόριζε δελεαστικά από την αγόγγυστη κατάκτηση της καταξίωσης, πλέον στολίζεται από κατήφεια και οδύνη. Σπαρακτικό σχόλιο για την απώλεια της αθωότητας και καταθλιπτικό βογκητό για την αναπόφευκτη κατάληξη μιας ψυχής λυσσαλέα εξαρτημένης από τον απόηχο των δυσειδών πρακτικών. Αυτές είναι οι άστοργες πτυχές όσων θαυμάζουμε.

Όλα τα προαναφερθέντα ενώνονται με ευκρινή κυνισμό που απεκδύει την παρανομία από τη ρομαντικότητα που συνήθως την επικαλύπτει στην κινηματογραφική ανθολογία. Ο Scorsese παρατηρεί με ψυχρή απολογητικότητα τη συμβολή του στην καθιέρωση των gangsters ως φιγούρων απόλυτης ελευθερίας και ακέραιου χαρακτήρα. Ψέγει τη δράση τους μέσα από το πρίσμα του χρόνου, του ακατάβλητου, ανυπόφορα παντοδύναμου εχθρού της ανθρωπότητας. Οι τύψεις, ως μια φυσική συνέχεια, γεννούν αμφιβολίες και κλονίζουν την πτωχευμένη τους πνευματικότητα. Έτσι, η διαπίστωση της βεβαιότητας του θανάτου φιλοξενεί τον οίκτο για όσους απέμειναν να αναθυμούνται δοξασμένες πτυχές της εγκληματικής δράσης. Αυτό μαρτυρά και η περίπτωση του πρωταγωνιστή. Μεταμελημένος, αλλά αρκετά δειλός ώστε να μαρτυρήσει τις πράξεις του, ζει μοναχικά περιτριγυρισμένος από αγνώστους. Μια κενότητα βασιλεύει στα μονίμως κυρτωμένα μάτια του, καθώς υπομένει την απομόνωσή του, ευελπιστώντας στη θεία συγχώρεση.

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

Ο Robert De Niro, νοθευμένα επιεικής, με μια ασυνήθιστη κακοήθεια να τυραννά τα σωθικά του, επιδαψιλεύει άχθος και απελπιστική καταπίεση σε μια ερμηνεία που κυμαίνεται ανάμεσα στην κατατροπωμένη αλαζονεία και στην πειθαρχημένη συγκατάβαση. Αποπνέει έναν αναστεναγμό αδιέξοδης επίστρωσης που μεταφράζεται σε κομπιασμένες εκφράσεις, γεμάτες θλίψη για όσα επέλεξε να ακολουθήσει. Ο χαρακτήρας του Al Pacino κατέχει μια ασυναγώνιστη δραματικότητα. Τρανταχτά θαρραλέος και ακατάπαυστα υπερόπτης σε δηλώσεις και πράξεις, μοιάζει άλλοτε προσφιλής δημαγωγός οριακής αγνότητας και άλλοτε ένας αναπάντεχος τυχοδιώκτης, καθόλα άνομος και υπόλογος για όσα πράττει. Ο θρυλικός ηθοποιός συλλαμβάνει αυτή τη λεπτή ισορροπία με σαρωτική ενέργεια, δημιουργώντας έναν Τζίμυ Χόφα απτά παλλόμενο ανάμεσα στον ιδιάζοντα απολυταρχισμό και στη συμπονετική μεγαλοκαρδία. Αυτός που ξεχωρίζει, πάντως, είναι ο Joe Pesci, καθώς αποδίδει τον Ράσελ Μπουφαλίνο με πειστική χειριστικότητα και δηκτική θρασύτητα. Πραγματικά, η επιστροφή του στον κινηματογράφο στέφεται με επιτυχία και μάλιστα σε έναν ρόλο που απέχει από τους βροντόφωνους, φασαριόζικους μαφιόζους που έχει ενσαρκώσει στο παρελθόν.

Ο Scorsese εφάρμοσε εκτεταμένα την τεχνολογία του de-aging, ώστε να αποδώσει διαφορετικές περιόδους στη ζωή των πρωταγωνιστών του. Γενικώς, το πείραμα δε φαλιρίζει, αφού δε μονοπωλεί το ενδιαφέρον του θεατή, αλλά ορισμένες αποτυχίες του καθίστανται εμφανείς. Επιπλέον, επιλέγει μια βραδυκίνητη αφήγηση, ώστε να ξετυλίξει αποτελεσματικά τους στοχασμούς του και να κουρελιάσει το αφήγημα της θελκτικότητας της παρανομίας, με στόχο να απομείνει μια αβάσταχτη σιωπή, η οποία να πλέει μελαγχολικά στην ατμόσφαιρα. Αφήνει μια υπόνοια ανησυχίας να καιροφυλακτεί στο έπος του, διαγράφοντας τη διασκεδαστική ελαφρότητα για χάρη ενός μονίμως θολού τοπίου άφατης επικινδυνότητας. Παρόλα αυτά, ο ρυθμός του κοπάζει απρόσμενα σε πολλά σημεία, γεγονός που εξηγείται από την υπερπληθώρα πληροφοριών που μας βομβαρδίζουν, χωρίς ουσιώδες εκτόπισμα στην εξέλιξη. Η μουσική, από την άλλη, λειτουργεί αποσπαστικά εξαιτίας της υπέρμετρης και, συχνά, άτοπης χρήσης της, επιτείνοντας μια νύξη δυσφορίας, ειδικά στο πρώτο κομμάτι της ταινίας. Σίγουρα, πάντως, σκιαγραφεί χαρακτήρες προσιτά τραγικούς, ενώ το τελευταίο μέρος του έργου δικαιωματικά κατατάσσεται στις αρτιότερες στιγμές του, καθώς ενορχηστρώνει μια συγχορδία υπαινικτικής αναποδραστικότητας με διαυγή διοπτρισμό.

ΓΙΑΤΙ ΝΑ ΤΟ ΔΩ

Η ατελέσφορη φύση ενός βίου βουτηγμένου στην παρανομία εξετάζεται με πρωτοφανή μεθοδικότητα από τον σπουδαίο σκηνοθέτη, ο οποίος υπογράφει έναν ελεγειακού τύπου επίλογο στο κινηματογραφικό είδος που υπηρέτησε πιστά σε όλη την καριέρα του. Μια σκληρή, μα καθόλου άδικη, πραγματεία για την επίπλαστη ντομπροσύνη της μαφίας, ένα βασανιστικό σχόλιο για την ποταπότητα ή ένα συμπαγές δοκίμιο υπαρξιακής αναζήτησης; Όπως και να ερμηνευτεί, ο «Ιρλανδός» σκευάζει τη δυσωδία του οργανωμένου εγκλήματος σε σχεδόν τέσσερις ώρες, βαριανασαίνοντας εμπρός του αψίκορου φάσματός του και εισάγοντας την ενδοσκόπηση ως βασική αρχή κρίσης των πρωτοπαλίκαρών του. Για πρώτη φορά, ίσως, ο Scorsese ενδίδει στον πειρασμό ενός μελβιλικού συλλογισμού.

ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ

The Irishman
ΣΕΝΑΡΙΟ8
ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ7.5
ΜΟΥΣΙΚΗ5.5
ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ9
7.5Score
Βαθμολογια Αναγνωστων: (6 Votes)
7.9

POSTER

Poster

TRAILER

 The Irishman
(2019) on IMDb

Ποιος το εγραψε

Δημήτρης Νταβανάς

Όταν ανακάλυψε ένα σκονισμένο αντίτυπο του "Carlito’s Way" αποφάσισε ότι του αρέσει περισσότερο να βλέπει ιστορίες από το να τις ακούει. Διατείνεται ότι σπουδάζει Οικονομικά, αλλά τα παραμελεί συστηματικά. Παρακολουθεί μανιωδώς τέννις και ανατριχιάζει σύγκορμος σε κάθε επαναληπτική προβολή των Δώδεκα Ενόρκων. Για τον ίδιο, ο κινηματογράφος είναι όσα ονειρευόμαστε, αλλά δεν τολμάμε να ομολογήσουμε.

Σχετικες Αναρτησεις