Η μουσική και ο κινηματογράφος έχουν μακρά ιστορία συνύπαρξης, σε μια σχέση που μάλλον θα την χαρακτηρίζαμε ερωτική. Ακόμα και τις εποχές που προηγήθηκαν του ομιλούμενου σινεμά, τα banner διαλόγων ανάμεσα στις σκηνές πλημμυρίζονταν από κλασικά η jazz θέματα. Πόσο μάλλον την εποχή μαζικοποίησης της rock’n’roll μουσικής, όπου τα «γατόνια» μεγαλοπαραγωγοί του Hollywood αντιλήφθηκαν γρήγορα το κέρδος που θα αποκομίζανε χρησιμοποιώντας τους ανερχόμενους αστέρες του ροκ, τους οποίους τελικά εκμεταλλεύτηκαν σε πρωταγωνιστικούς ρόλους σε – συνήθως αμφιβόλου κινηματογραφικής ποιότητας – ταινίες όπου παιζόταν η μουσική τους. Έτσι, ο Elvis έπαιξε σε πάνω από 30 ταινίες σε όλη την διάρκεια της καριέρας του, και οι Beatles των 6 μόλις χρόνων δισκογραφικής ζωής ως μπάντα σε 5!

Καθώς η μουσική υπήρξε ανέκαθεν μεγάλη μου καψούρα, δεν θα μπορούσα να μην επηρεάζομαι από αυτήν για το αν γουστάρω ή όχι μια ταινία. Και πολύ σωστά στις κριτικές του filmakias.gr αυτή αποτελεί ξεχωριστή κατηγορία. Όταν δε, μια ταινία αφορά άμεσα την μουσική και η τελευταία δεν αποτελεί απλά το χαλί που την συνοδεύει, τότε θα είμαι από τους πρώτους που θα τρέξουν να την απολαύσουν, είτε αφορά black metal, είτε gangsta rap καλλιτέχνη.

Με αφορμή το πρόσφατο Bohemian Rhapsody biopic για τον Freddie Mercury και τους Queen, ακολουθούν οι 10 πιο γ@μάτες (κατά την ταπεινή, μα πάντα ολόσωστη -sic- γνώμη μου) μουσικές ταινίες των τελευταίων 40 ετών, σε χρονολογική σειρά. Για musicals και soundtracks θα περιμένετε λίγο καιρό ακόμη…

 

 

THE BLUES BROTHERS (1980)

Η κλασσική πια, αμερικάνικη μουσική κωμωδία του John Landis δεν θα μπορούσε να λείπει από οποιαδήποτε αντίστοιχη λίστα. Μαζεύοντας την αφρόκρεμα της Rhythm & Blues μουσικής (ενδεικτικά παίζουν και τραγουδάνε στην ταινία οι James Brown, Cab Calloway, Aretha Franklin, Ray Charles και John Lee Hooker), η ιστορία εξιλέωσης των κακοποιών αδερφών Blues, οι οποίοι σε μια «Αποστολή από τον Θεό», καλούνται να σώσουν το Καθολικό Ορφανοτροφείο στο οποίο μεγάλωσαν μαζεύοντας χρήματα από ένα live της μπάντας τους, δεν σε αφήνει να βαρεθείς ούτε ένα δευτερόλεπτο.

Ολότρελες καταστάσεις, γρήγορος ρυθμός, θειική μουσική, και κυρίως οι καμένες φάτσες των Aykroyd και Belushi, δημιουργούν έναν εκρηκτικό συνδυασμό fun, δράσης και γέλιου, σε αυτό το σουρεαλιστικό συνονθύλευμα σκετς του Saturday Night Live (πηγή σεναρίων πολλών αμερικάνικων κωμωδιών από τα 70s και μετά). Το ότι τα δύο αδέρφια εκτός από την αστυνομία, τα κυνηγάει μια μυστηριώδης γυναίκα, κάποιοι νεοναζί και μια country μπάντα μεταξύ άλλων, λέει πολλά.

Η ταινία κόστισε πολύ, κυρίως λόγω της ασυνέπειας των πρωταγωνιστών (ήταν καμένοι και στην πραγματικότητα από drugs και αλκοόλ) και αποτέλεσε εισπρακτική αποτυχία. Έγινε όμως ένα cult classic διαμαντάκι, το οποίο δημιούργησε ένα brand που σίγουρα τα έβγαλε τα λεφτά του στις επόμενες δεκαετίες.

 

PINK FLOYD THE WALL (1982)

Η ταινία που θα οπτικοποιούσε το μουσικό έπος των Pink Floyd δεν θα μπορούσε να είναι κάτι λιγότερο από ένα ψυχεδελικό αλληγορικό αριστούργημα, όπως και ο δίσκος άλλωστε. Σε αυτό συνέλαβε ο έμπειρος Alan Parker στην σκηνοθεσία, ο μπασίστας και δημιουργός του δίσκου Roger Waters στο σενάριο, καθώς και ο κομίστας Gerald Scarfe, με το πραγματικά αλησμόνητο animation του. Η ταινία επικεντρώνεται σε έναν ροκ σταρ, ο οποίος, αφού οδηγείται στην παραφροσύνη μετά τον θάνατο του πατέρα του, κατασκευάζει ένα μεταφορικό (και μερικές φορές φυσικό) τοίχο για να προστατεύεται από τον κόσμο και τις έντονες συναισθηματικές καταστάσεις. Ο ανησυχητικός σουρεαλισμός, η υποσυνείδητη υφέρπουσα σεξουαλικότητα, η βία και ο σύνδεσμος του μαζικού με τον προσωπικό ολοκληρωτισμό, έδωσαν ένα cult status στην ταινία, που τελικά έφτασε να απευθύνεται σε ένα σινεφίλ κοινό, ευρύτερο αυτού των ακροατών του διάσημου συγκροτήματος. Hello, is there anybody out there?

 

LA BAMBA (1987)

«Λαλαλαλα λα μπάμπα, πορτισερε!» Παιδική ανάμνηση, μεσημεράκι Σαββάτου στον ANT1 – ή στο MEGA, δεν θυμάμαι ακριβώς, και η πασίγνωστη μελωδία του La Bamba να ηχεί δυνατά στο σαλόνι του σπιτιού μου. Η ιστορία του 50s rock ‘n’ roll star Ritchie Valens, στιλιζαρισμένη, σε ανάλαφρη εκδοχή, με μπόλικο ζελέ στην φράντζα, ανεμελιά και πολύ μουσική, περνούσε σαν νεράκι μπροστά από τα παιδικά μου μάτια. Τώρα το πώς καταφέραν μέσα σε αυτήν την ανεμελιά να ενσωματώσουν τον τραγικό θάνατο του Ritchie σε αεροπορικό δυστύχημα, ένας Θεός το ξέρει! Η ταινία σαν ταινία, δεν ήταν κάτι ιδιαίτερο, απλά συναισθηματικοί λόγοι με αναγκάζουν να την συμπεριλάβω στην εν λόγω λίστα. Συγκίνηση…

 

THAT THING YOU DO (1996)

Το ντεμπούτο του Tom Hanks ως σεναριογράφος-σκηνοθέτης αποτίει φόρο τιμής στην εποχή όπου μια άσημη τοπική ροκ μπάντα μπορούσε με ένα hit να κάνει επιτυχία. Συνοδευόμενη από το σύγχρονο ομώνυμο τραγούδι του φανταστικού συγκροτήματος της ταινίας, τους Wonders, που επίτηδες μοιάζει σαν 60s επιτυχία, και το οποίο είναι ιδιαίτερα κολλητικό (ίσως από τις πολλές φορές που το ακούς μέσα στην ταινία) , η ταινία δεν ρομαντικοποιεί την άνοδο και την πτώση των one hit wonders συγκροτημάτων, μα προσπαθεί να επικοινωνήσει στον θεατή, το πως μια έκρηξη δημιουργικής έμπνευσης μπορεί να επιτρέψει σε μια χούφτα νεαρών να δουν ότι υπάρχουν πολλά περισσότερα στον κόσμο να δουν και να ζήσουν ξεφεύγοντας από τον μικρόκοσμο της επαρχιακής τους κωμόπολης.

 

ALMOST FAMOUS (ΣΧΕΔΟΝ ΔΙΑΣΗΜΟΙ) 2000

Βασισμένη στις εμπειρίες του σκηνοθέτη Cameron Crowe ως νέος δημοσιογράφος του πασίγνωστου – τότε rock – εντύπου Rolling Stone, αυτή η dramedy καταγράφει με φονική λεπτομέρεια το πώς ήταν για ένα έξυπνο, ντροπαλό παιδί να περάσει τις αρχές της δεκαετίας του ’70 ταξιδεύοντας με ροκ μπάντες. Οι κακές συναυλίες, οι διαμαρτυρίες, ο κόσμος των δισκογραφικών εταιρειών, οι groupies… Το Almost Famous τα έχει όλα. Στον πυρήνα της, αυτή η ταινία αφορά την αίσθηση της κοινότητας που αναπτύσσεται ανάμεσα στους αφοσιωμένους οπαδούς και τα πολύ ανθρώπινα μουσικά τους είδωλα. Ο Crowe ξέρει ότι όλοι – τόσο οι σούπερ σταρς όσο και οι ακόλουθοι τους – θέλουν απλώς να βρίσκονται στον τόπο όπου «όλα συμβαίνουν». Για τους λάτρεις της κλασικής ροκ, ένα φιλμ που δεν μπορεί με τίποτα να λείψει από την ταινιοθήκη τους. Για τους υπόλοιπους μια αυθεντική καταγραφή των πολιτικοποιημένων μα ταυτόχρονα ανέμελων 70s.

 

 

HIGH FIDELITY (2000)

Αυτή η προσαρμογή στην μεγάλη οθόνης του cult μυθιστορήματος του Nick Hornby αφορά εν μέρει τη μουσική και εν μέρει έναν νεαρό άνδρα που χρησιμοποιεί τις εμμονές της λαϊκής κουλτούρας για να μάθει πώς να φέρεται σαν ενήλικος πια, και όχι σαν οργισμένο νιάτο. Ο John Cusack (που συνέγραψε το σενάριο) παίζει έναν ιδιοκτήτη δισκάδικου ο οποίος προσπαθεί να μας διηγηθεί όλη την ιστορία της ζωής του και κυρίως τα ρομαντικά του προβλήματα, χρησιμοποιώντας τα περίφημα «Top Five» λιστών των αγαπημένων του τραγουδιών. Κάθε αναφορά, μας την πετάει με την μορφή λιστών, που τόσο αγαπάμε οι μουσικόφιλοι. Ένα φιλμ, αφηγηματικό αριστούργημα, με το οποίο ταυτίζεται απόλυτα όλη η γενιά των 90s, του grunge, του εναλλακτικού ροκ, της αυτοαναφορικότητας, της μιζέριας, της κατάθλιψης και της καταπιεσμένης σεξουαλικότητας. Ένα φιλμ με υπέροχες μουσικές της εν λόγω εποχής, και με αξιομνημόνευτες ερμηνείες τόσο του ίδιου του Cusack, όσο και των δεύτερων ρόλων (Jack Black και Todd Louiso), το High Fidelity δείχνει πώς το rock μπορεί να μετατραπεί σε ένα είδος κοινής γλώσσας που χρησιμοποιούν οι οπαδοί για να επικοινωνούν μεταξύ τους βαθιές αλήθειες και φιλοσοφίες της ζωής.

 

24 HOUR PARTY PEOPLE (2002)

Μιλάμε για ταινία σίφουνα! Βόμβα! Σπιντάτη όσο πρέπει. Γεμάτη χρώμα και χάος! Και ναρκωτικά, πολλά ναρκωτικά! Όπως και η μουσική της σκηνής του Manchester, την άνοδο και την πτώση της οποίας παρουσιάζει το film. Μέσα σε 2 ώρες ο Michael Winterbottom καταφέρνει να μας βάλει τόσο μέσα στο νόημα των κοινωνικοπολιτικών αναταράξεων στο εργατικό Manchester των 70s και των 80s, όσο και στην ταυτόχρονη έκρηξη νέων συγκροτημάτων με φρέσκες μουσικές, που καταφέραν να αλώσουν την Μ. Βρετανία, μα και τον κόσμο ολόκληρο. Ενδεικτικά παρελαύνουν από την ταινία οι Sex Pistols, οι Joy Division, οι Buzzcocks, οι New Order, και φυσικά οι Happy Mondays. Είναι πραγματικά άθλος, που πέρα από τα παραπάνω, καταφέρνει να χωρέσει μέσα στην ταινία, χωρίς καλλιτεχνικές και μονταζιακές εκπτώσεις, και την άνοδο της dance μουσικής και των clubs των early 90s! Μια τρομερά διασκεδαστική ταινία, με μπόλικη υπέροχη μουσική, το απόλυτο soundtrack, της πιο μίζερης, γκρίζας, καταθλιπτικής, βιομηχανικής πόλης της Αγγλίας, με τους πιο μουρλούς κατοίκους!

 

SCHOOL OF ROCK (ΕΝΑ ΣΧΟΛΕΙΟ ΠΟΛΥ ΡΟΚ) 2003

Πολύ πριν γίνει μιούζικαλ στο Broadway, το School of Rock ήταν μια πολύ αστεία κωμωδία με πρωταγωνιστή τον Jack Black ως έναν καμένο ερασιτέχνη άνεργο κιθαρίστα που παραπλάνησε το όλο σύστημα, υποκρινόμενος τον δάσκαλο μουσικής σε ιδιωτικό σχολείο. Καθώς υποστηρίζει τα παιδιά του για συμμετοχή της μπάντας τους – που στα κρυφά βαράει ροκιές – σε μια μάχη συγκροτημάτων, ο δάσκαλος παίρνει ένα πολύτιμο μάθημα για το πώς είναι να συνεργάζεσαι μουσικά και όχι απλά να σολάρεις. Ο σκηνοθέτης Richard Linklater και ο σεναριογράφος Mike White έχουν επίσης πολλά να πουν για το πώς το όνειρό του « θα ήθελα να είμαι ροκ σταρ» δεν αφορά μόνο τη φήμη και το εγώ, αλλά και για να εκτιμηθεί η δημιουργία κάποιου ανθρώπου. Ένας τρομερός Jack Black, που μαζί με τα απίστευτα παιδάκια κλέβουν άνετα την παράσταση, σε αυτήν την ευχάριστη μουσική κωμωδία. Επική η σκηνή του Crowd surfing του Black στην αρχή της ταινίας…

 

CONTROL (2007)

Το Control δεν είναι απλά η μουσική βιογραφία του Ian Curtis των Joy Division. Είναι ένα έργο τέχνης. Αξέχαστες μένει στον θεατή η υποβλητική ασπρόμαυρη φωτογραφία και οι συγκλονιστικές ερμηνείες του Sam Riley και της Samantha Morton. Ακόμη και εκείνοι που δεν είναι εξοικειωμένοι με τους Joy Division μπορούν να εκτιμήσουν την απέραντη ομορφιά της ταινίας. Σαν να βλέπεις ένα πλέγμα κινούμενων φωτογραφιών, κορυφαίου φωτογράφου. Άλλωστε ο Ολλανδός Anton Corbijn, που σκηνοθέτησε το film είναι μάστορας τόσο των videoclips όσο και της φωτογραφίας (στατικής και κινούμενης). Καταφέρνει να μας κάνει να συναισθανθούμε τόσο πολύ τα αδιέξοδα της μικροαστικής ζωής σε μια άσχημή πόλη σε κρίση (θυμίζει λίγο Ελλάδα των 10s) του κεντρικού ήρωα, την αχτίδα φωτός και την διέξοδο που του δίνει η μουσική και το άγγιγμα της φήμης, μα και την αυτοκαταστροφή του μοιραίου του εγκλεισμού στην δυσφορία και στην δύσπνοια του μικροαστισμού του. Κι όλα αυτά με ελάχιστούς διαλόγους. Χωρίς όμως να βαρεθείς. Ένα υποβλητικό , βραβευμένο σε πολλά festivals, αριστούργημα, που αξίζει όλοι να δούμε.

 

Το πρώτο πραγματικό biopic του hip-hop (δεν υπολογίζουμε το 8 MILE του ΕΜΙΝΕΜ, το οποίο δεν αποτελεί ακριβώς αληθινή ιστορία, καθώς διαθέτει αρκετή μυθοπλασία) αποτελεί χαιρετισμό στην είσοδο στο Rock and Roll Hall of Fame, της ιστορικής μπάντας των N.W.A , και στην πραγματικότητα είναι η καταγραφή της ιστορίας του West Coast rap. Το Straight Outta Compton αναδημιουργεί τον κόσμο των ναρκωτικών, του εγκλήματος, της παρενόχλησης της αστυνομίας και των συμμοριών του Compton του LA, που δημιούργησαν τα κλασικά πια «Gangsta Gangsta» και «Fuck Tha Police». Και παρόλο που το σκηνικό που εκτυλίσσονται όλα τα παραπάνω είναι κάπως ιδιαίτερο, το film είναι στην ουσία ακόμα μια παλιομοδίτικη αμερικανική ταινία μουσικής, για το πώς μια παρέα outkast παιδιών που γουστάρουν να ακούνε τους Funkadelic και τον Roy Ayers στα μικρά υπνοδωμάτια των υποβαθμισμένων γειτονιών τους, καταφέρνει τελικά να εκστασιάσει πλήθη χιλιάδων ανθρώπων σε παγκόσμιες περιοδείες μεγάλων σταδίων.

Ποιος το εγραψε

Νίκος Νικολαΐδης

Γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη κι αφού γύρισε την Ευρώπη για να μορφωθεί, ξαναεγκαταστάθηκε εδώ (γιατί σαν τη Σαλλλονίκη δεν έχει!). Λάτρης των γραμμάτων και των Καλών Τεχνών (και των Κακών), και κυρίως της έβδομης. Βλέπει τα πάντα, από Αντονιόνι μέχρι Στάθη Ψάλτη. Στα 90s έλιωνε βιντεοκασέτες ταινιών του Φίντσερ, του Ταραντίνο, του Αρονόφσκι, αλλά και των κλασσικών Σπίλμπεργκ, Λούκας, Κόπολα. Στα 00s άλλαξε απλά συσκευή και συνέχισε το χόμπι μου. Πάντα όμως γούσταρε τη σκοτεινή αίθουσα περισσότερο ,κι έτσι κάθε βδομάδα έβλεπε και κάτι (ακόμα και τις εποχές που το χόμπι ήταν ιδιαίτερα ακριβό). Την αγαπημένη του ταινία είναι δύσκολο να την διαλέξει, αλλά για συναισθηματικούς λόγους θα πει τον Ψαλιδοχέρη. Αγαπημένος του σκηνοθέτης ο Ντειβιντ Φίντσερ και αγαπημένος του ηθοποιός ο Έντουαρντ Νόρτον.

Σχετικες Αναρτησεις