Να ένα ακόμη rockumentary για τους φίλτατους blur!Μια μπάντα που στα 90s έγραψε brit pop ιστορία, τρέχοντας με χίλια, και γράφοντας τραγούδια ύμνους των προβληματισμών της μεσοαστικής τάξης της μετά-θατσερικής Βρετανίας. Μια μπάντα που στα 00s, έκανε το αναμενόμενο slow down, περνώντας την κλασσική κρίση μέσης ηλικίας των μπαντών, με μόλις ένα δίσκο, και μάλιστα χωρίς τον Graham Coxon στη σύνθεσή της.

Να τονίσω πως συμπαθώ ιδιαιτέρως τους blur, και κυρίως αγαπώ την μουσική τους, τόσο την παλιά όσο και την νέα. Παρόλα αυτά το συγκεκριμένο φιλμ, φαντάζει σε πολλά σημεία αδύναμο και άνισο.

Καταρχήν δεν έχει ξεκάθαρο θέμα. Από την μια ασχολείται με την διαδικασία δημιουργίας του τελευταίου (πολύ καλού να σημειώσω) δισκογραφικού τους πονήματος, του The Magic Whip (2015), κι από την άλλη δείχνει εκτενή κομμάτια των συναυλιών τους σε Hong Kong και Hyde Park. Είναι βέβαια ενδιαφέρον ότι αυτά τα δύο κομμάτια του φιλμ δεν παρουσιάζονται γραμμικά, αλλά μπερδεύονται το ένα με το άλλο στο μοντάζ της ταινίας. Το οποίο όμως αποτελεί και το αδύνατο σημείο της, καθώς είναι αργό και βαρετό, ιδιαίτερα στα καρέ των συναυλιών όπου μας παρουσιάζονται ολόκληρα 5λεπτα και 6λεπτά τραγούδια, λες και δεν θα μπορούσε ένας φανατικός της μπάντας να τα αλιεύσει από το YouTube.

Από την άλλη, είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, η ανάλυση των καταστάσεων που οδήγησαν στην μπάντα να κάνει ένα reunion ουσιαστικό, συνοδευόμενο από νέο πολύ όμορφο υλικό, και όχι για την κονόμα. Με ξεκάθαρη κινηματογράφηση, το μέρος του φιλμ που αναλύει την κατάσταση των ανθρώπων πίσω από την δημιουργία του νέου album, στην ουσία αποτελεί μια σπουδή πάνω στην πορεία της ζωής, διαμέσου των ζωών των τεσσάρων πρωταγωνιστών του. Από το άγχος να τρέχεις με ιλιγγιώδεις ταχύτητες στα νιάτα σου, να κάνεις όσα περισσότερα μπορείς, αλλά να χάνεις την ευχαρίστηση καθώς δεν προλαβαίνεις να καταλάβεις και να βιώσεις μέσα σου το νόημα αυτών που κάνεις, στην κρίση της μέσης ηλικίας και την αποστασιοποίηση από τις παλιές φιλίες, μέχρι την συνειδητοποίηση όλων των συστατικών που τελικά σε κάνουν ευτυχισμένο, η οποία περιέργως σε ξαναπηγαίνει πίσω στην νεότητα σου, με ρυθμούς όμως χαμηλότερους που σου επιτρέπουν πια να ρουφήξεις όλες εκείνες τις μικρές λεπτομέρειες που σου προσδίδουν την πολυπόθητη ευτυχία. Και η ευτυχία είναι τελικά οι άνθρωποι. Οι φίλοι. Αυτοί με τους οποίους μαγικά συνδέεσαι, ακόμα κι αν έχεις χρόνια να τους δεις.

Στα θετικά του φιλμ θα συμπεριλάβω και την κινηματογράφηση μιας πόλης και του καταλυτικού ρόλου που παίζει αυτή στην έμπνευση της μπάντας. Το Hong Kong, παρουσιάζεται, πολύ έξυπνα, με τρόπο που ταιριάζει με το feeling που σου βγάζει σαν πόλη. Μια ομιχλώδης πόλη με φρενήρεις ρυθμούς, η οποία όμως γίνεται μαγική και ιδιαίτερα μυστικιστική, αν αποφύγεις τις μεγάλες ταχύτητες και μείνεις λίγο σταθερός στο μέσο της (όπως κάνουν τόσο τα μέλη της μπάντας, όσο και η κάμερα του σκηνοθέτη στην αποτύπωση της).

Συνοψίζοντας, αν στο φιλμ δεν καταλάμβαναν τόσο μεγάλο μέρος, οι συναυλίες της μπάντας αυτούσιες, και αν επικεντρωνόταν στο κομμάτι της δημιουργίας ,των σχέσεων και των προσωπικοτήτων των πρωταγωνιστών, θα μιλούσαμε για ένα από τα καλύτερα music documentaries ever. Δυστυχώς, η πιθανή έλλειψη επαρκούς υλικού, η άνευρη σε πολλά σημεία σκηνοθεσία, και ίσως η ανάγκη να ταϊστεί ο μέσος θεατής με τις παλιές μεγάλες επιτυχίες των blur οδηγούν τελικά σε ένα μέτριο αποτέλεσμα.

Ευχαριστούμε το IN-EDIT Festival για την πρόσκληση!

Φεστιβαλ Κινηματογράφου

Ποιος το εγραψε

Νίκος Νικολαΐδης

Γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη κι αφού γύρισε την Ευρώπη για να μορφωθεί, ξαναεγκαταστάθηκε εδώ (γιατί σαν τη Σαλλλονίκη δεν έχει!). Λάτρης των γραμμάτων και των Καλών Τεχνών (και των Κακών), και κυρίως της έβδομης. Βλέπει τα πάντα, από Αντονιόνι μέχρι Στάθη Ψάλτη. Στα 90s έλιωνε βιντεοκασέτες ταινιών του Φίντσερ, του Ταραντίνο, του Αρονόφσκι, αλλά και των κλασσικών Σπίλμπεργκ, Λούκας, Κόπολα. Στα 00s άλλαξε απλά συσκευή και συνέχισε το χόμπι μου. Πάντα όμως γούσταρε τη σκοτεινή αίθουσα περισσότερο ,κι έτσι κάθε βδομάδα έβλεπε και κάτι (ακόμα και τις εποχές που το χόμπι ήταν ιδιαίτερα ακριβό). Την αγαπημένη του ταινία είναι δύσκολο να την διαλέξει, αλλά για συναισθηματικούς λόγους θα πει τον Ψαλιδοχέρη. Αγαπημένος του σκηνοθέτης ο Ντειβιντ Φίντσερ και αγαπημένος του ηθοποιός ο Έντουαρντ Νόρτον.

Σχετικες Αναρτησεις